Σε ανάλυσή του το CNN υποστηρίζει ότι ο πόλεμος που ξεκίνησαν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν αντανακλά τη ριζοσπαστική και απρόβλεπτη προσέγγιση της εξωτερικής πολιτικής του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, η οποία –σύμφωνα με το δίκτυο– έχει ήδη αρχίσει να αναδιαμορφώνει τις διεθνείς ισορροπίες. Όπως σημειώνεται, η στρατιωτική σύγκρουση ξεκίνησε χωρίς ουσιαστικό συντονισμό με συμμάχους της Ουάσιγκτον, αιφνιδιάζοντας πολλές κυβερνήσεις στην Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή.
Η αρχική στρατιωτική επίθεση των ΗΠΑ και του Ισραήλ, η οποία οδήγησε στον θάνατο του ανώτατου ηγέτη του Ιράν Αλί Χαμενεΐ, προκάλεσε έντονες αναταράξεις στην περιοχή. Ευρωπαϊκές και αραβικές χώρες βρέθηκαν αντιμέτωπες με έναν πόλεμο που δεν είχαν επιλέξει, ενώ ταυτόχρονα κλήθηκαν να διαχειριστούν την απομάκρυνση πολιτών τους από εμπόλεμες ζώνες, την εκτίναξη των τιμών ενέργειας και την πολιτική πίεση στο εσωτερικό τους.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η στρατιωτική εκστρατεία των ΗΠΑ και του Ισραήλ –που περιλαμβάνει συνεχείς αεροπορικές επιδρομές– ενδέχεται να αποδυναμώσει σημαντικά την επιρροή της Τεχεράνης στην περιοχή. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα μπορούσε να ενισχύσει τη θέση του Τραμπ ως ισχυρού περιφερειακού ηγέτη, να μειώσει την απειλή για το Ισραήλ και να θεωρηθεί στρατηγικό όφελος για την αμερικανική ασφάλεια μετά από σχεδόν πέντε δεκαετίες έντασης με την Ισλαμική Δημοκρατία.
Ωστόσο, το CNN επισημαίνει ότι οι κίνδυνοι παραμένουν μεγάλοι. Χωρίς πλήρη αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, υπάρχει το ενδεχόμενο αυστηρότερης εσωτερικής καταστολής, ενώ σε περίπτωση κατάρρευσης του κράτους θα μπορούσε να προκληθεί εμφύλια σύγκρουση, μαζικό προσφυγικό κύμα και σοβαρή οικονομική αποσταθεροποίηση.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και οι επιθέσεις αντιποίνων του Ιράν με πυραύλους και drones σε χώρες του Κόλπου, όπως το Κουβέιτ, η Σαουδική Αραβία, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, το Κατάρ και το Μπαχρέιν. Οι επιθέσεις αυτές έχουν προκαλέσει σοβαρές αναταράξεις στις ενεργειακές αγορές και στις αεροπορικές μεταφορές, ενώ το ενδεχόμενο περιορισμού της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ απειλεί την παγκόσμια οικονομία.
Παράλληλα, αρκετοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εμφανίζονται διχασμένοι απέναντι στη στρατηγική της Ουάσιγκτον. Από τη μία πλευρά επικρίνουν την παράκαμψη του διεθνούς δικαίου και των πολυμερών θεσμών, από την άλλη όμως αποφεύγουν την ανοιχτή σύγκρουση με τον Τραμπ, καθώς εξακολουθούν να εξαρτώνται από τις ΗΠΑ για την ασφάλειά τους.
Η ένταση έχει δοκιμάσει και τη λεγόμενη «ειδική σχέση» των ΗΠΑ με το Ηνωμένο Βασίλειο, μετά τις αρχικές αντιρρήσεις του πρωθυπουργού Κιρ Στάρμερ για τη χρήση βρετανικών βάσεων στις επιχειρήσεις. Αντίστοιχα, ο πρόεδρος της Γαλλία Εμανουέλ Μακρόν καταδίκασε επιθέσεις που –όπως είπε– δεν βασίζονται στο διεθνές δίκαιο, ενώ ο πρωθυπουργός της Ισπανία Πέδρο Σάντσεθ αρνήθηκε τη χρήση αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων για επιθέσεις κατά του Ιράν.
Στο μεταξύ, οι χώρες του Κόλπου εμφανίζονται ολοένα και πιο ανήσυχες για τις συνέπειες της σύγκρουσης. Σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον Τραμπ, ο εμίρης του Κατάρ Ταμίμ μπιν Χαμάντ αλ Θάνι υπογράμμισε την ανάγκη αποκλιμάκωσης και επιστροφής στη διπλωματία, ενώ το Ομάν προειδοποίησε ότι η περιοχή βρίσκεται σε «επικίνδυνο σημείο καμπής».
Την ίδια στιγμή, η επόμενη ημέρα στο Ιράν παραμένει αβέβαιη. Ο νέος ανώτατος ηγέτης Μοτζτάμπα Χαμενεΐ ενδέχεται να ηγηθεί ενός αναδιαμορφωμένου καθεστώτος, το οποίο όμως θα εξακολουθήσει να αποτελεί πηγή έντασης στην περιοχή.
Όπως καταλήγει η ανάλυση του CNN, η στρατηγική του Τραμπ βασίζεται συχνά στην ανατροπή των υφιστάμενων διεθνών ισορροπιών πριν ακόμη διαμορφωθεί ένα σαφές σχέδιο για την επόμενη ημέρα. Στη Μέση Ανατολή, ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση ενδέχεται να έχει απρόβλεπτες και μακροχρόνιες συνέπειες για ολόκληρο τον κόσμο.
Πηγή: CNN


