Ο Ντόναλντ Τραμπ ίσως να μην είχε καταλάβει ποτέ τον προεδρικό θώκο αν η αμερικανική κοινή γνώμη δεν είχε γυρίσει την πλάτη στο κατεστημένο, εξαιτίας της καταστροφικής εμπλοκής στο Ιράκ. Είναι, λοιπόν, οξύμωρο το γεγονός ότι σήμερα ο ίδιος φαίνεται να μιμείται τη ρητορική και τους στρατηγικούς υπολογισμούς που οδήγησαν τον Τζορτζ Μπους στο τέλμα του 2003.
Αν και ο Τραμπ δεν έχει λάβει την οριστική απόφαση για στρατιωτικό πλήγμα, η συγκέντρωση ναυτικής και αεροπορικής ισχύος στην περιοχή είναι η μεγαλύτερη από την εποχή της ανατροπής του Σαντάμ Χουσεΐν. Αυτή η «σιδερένια γροθιά» αποσκοπεί στο να αναγκάσει την Τεχεράνη σε υποχώρηση κατά τις συνομιλίες της Γενεύης, οι οποίες επανεκκίνησαν την Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026. Ωστόσο, η διπλωματία του εξαναγκασμού εγκυμονεί κινδύνους: η απόσυρση μιας τέτοιας δύναμης χωρίς αποτέλεσμα θα έπληττε το κύρος του προέδρου, ενώ η χρήση της θα ερχόταν σε πλήρη αντίθεση με την αντιπολεμική ατζέντα του κινήματος MAGA.
Στην πρόσφατη ομιλία του για την Κατάσταση του Έθνους, ο Τραμπ προειδοποίησε ότι το Ιράν αναπτύσσει πυραύλους ικανούς να πλήξουν την Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Η ρητορική αυτή θυμίζει έντονα τις αιτιάσεις των Μπους και Μπλερ για τα όπλα μαζικής καταστροφής, που αποδείχθηκαν εσφαλμένες. Παράλληλα, πολλοί αναλυτές κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για την «επόμενη ημέρα»: αν το κληρικό καθεστώς καταρρεύσει, το κενό εξουσίας ενδέχεται να καλυφθεί από το σκληροπυρηνικό Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, οδηγώντας σε μια εξίσου αντιαμερικανική και ασταθή πραγματικότητα.
Η κυβέρνηση φαίνεται να υποτιμά την πολυπλοκότητα της κατάστασης, με τον απεσταλμένο Στιβ Γουίτκοφ να αναρωτιέται γιατί το Ιράν δεν έχει ήδη συνθηκολογήσει υπό το βάρος των πιέσεων. Αν και η διπλωματία υπό τους Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ παραμένει ενεργή, το χάσμα στο θέμα των πυραύλων φαντάζει αγεφύρωτο. Ο Τραμπ βρίσκεται μπροστά σε ένα ιστορικό σταυροδρόμι: μια στρατιωτική δράση θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τη Μέση Ανατολή, αλλά ταυτόχρονα απειλεί να τον παγιδεύσει στον ίδιο φαύλο κύκλο που κατέστρεψε την υστεροφημία των προκατόχων του.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα



