«Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ»: Η ξεχωριστή ταινία του Γιώργου Γεωργόπουλου με φόντο μια ιστορία ενηλικίωσης στο τατάμι του τζούντο

23 Φεβρουαρίου 2026, 19:50
Χρόνος ανάγνωσης 19 λεπτά

 Μετά το «Tungsten» και το «Δε θέλω να γίνω δυσάρεστος, αλλά πρέπει να μιλήσουμε για κάτι πολύ σοβαρό», ο Γιώργος Γεωργόπουλος επιστρέφει με την τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του, το «Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ», μια σύγχρονη ιστορία ενηλικίωσης που τοποθετείται στον σκληρό, πειθαρχημένο και βαθιά ηθικό κόσμο του τζούντο.

Η ταινία, που έκανε πρεμιέρα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης αποσπώντας πέντε βραβεία και ενθουσιώδη αποδοχή, ετοιμάζεται να συναντήσει το ευρύ κοινό στις ελληνικές αίθουσες από τις 26 Φεβρουαρίου, κουβαλώντας ήδη μια σημαντική διεθνή φεστιβαλική πορεία.

Για τον Γιώργο Γεωργόπουλο, η επιλογή του θέματος δεν ήταν τυχαία. «Το τζούντο είναι ένα άθλημα που αγαπάω από παιδί, όπως και τις αθλητικές ταινίες της δεκαετίας του ’80 που είχαν μια εφηβική αφέλεια και τις έχω συνδέσει με τη δική μου παιδική ηλικία» δηλώνει στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο σκηνοθέτης και σεναριογράφος της ταινίας.

Μεγαλώνοντας με ταινίες όπως τα «Rocky», «The Karate Kid», «Personal Best», «Vision Quest» και «Best of the Best», ο Γεωργόπουλος θέλησε να συνομιλήσει με το είδος των sports films, επανεξετάζοντάς το μέσα από μια σύγχρονη ματιά και παίζοντας δημιουργικά με τους κώδικές του.

«Δεν προσπάθησα να αποφύγω πολλά κλισέ. Άλλωστε σε αυτό το κινηματογραφικό είδος, το παιχνίδι με το κλισέ — του τι περιμένει δηλαδή να δει το κοινό και τι δεν θα δει τελικά — είναι βασικό στοιχείο» σημειώνει. Έτσι, κράτησε τη σχέση προπονητή- αθλητή που είναι παρούσα σχεδόν σε κάθε αθλητική ταινία, τον ισχυρό αντίπαλο, τις montage sequences και φυσικά, την τελική αναμέτρηση. «Στο τέλος κάθε αθλητικής ταινίας που σέβεται τον εαυτό της, οι ήρωες της θα λύσουν τις διαφορές τους σε έναν τελικό. Το θέμα είναι πάντα με τί φορτίο θα φτάσουν σε αυτόν τον τελικό αγώνα. Εκεί, νομίζω, διαφοροποιείται η ταινία μας σε σχέση με τις κλασσικές αθλητικές ταινίες» επισημαίνει.

Στο επίκεντρο της ταινίας βρίσκεται η Δάφνη, μια νεαρή αθλήτρια από την Ικαρία, που αφήνει πίσω της την εφηβική ασφάλεια για να κυνηγήσει στην Αθήνα το όνειρο των Ολυμπιακών Αγώνων, ακολουθώντας τον προπονητή της, Γιούρι. Η μετάβαση από την επαρχία στη μεγάλη πόλη συμπίπτει με μία βαθύτερη εσωτερική διαδρομή: από την αθωότητα στη σύγκρουση, από την εμπιστοσύνη στην αμφιβολία, από την υπακοή στην προσωπική ευθύνη.

«Η Δάφνη είναι ένα συνηθισμένο κορίτσι που ονειρεύεται να κάνει πρωταθλητισμό και μέσα σε αυτό το πλαίσιο δυσκολεύεται να βρει το χώρο να κάνει και πράγματα της ηλικίας της» αναφέρει ο Γιώργος Γεωργόπουλος. «Ωστόσο οι συνθήκες και οι προκλήσεις που προκύπτουν στο μεταίχμιο της ενηλικίωσης την αναγκάζουν να αντιδράσει διαφορετικά από το μέσο παιδί αυτής της ηλικίας. Θα προσπαθήσει να πάρει την κατάσταση στα χέρια της. Νομίζω αυτό είναι και το πιο καθοριστικό σημείο στη διαδρομή της. Όταν αποφασίζει ότι η ίδια θέλει να αποδώσει δικαιοσύνη» προσθέτει.

Το τζούντο ως δραματουργικός άξονας

Το τζούντο υπήρξε μια συνειδητή επιλογή. «Μου ήταν πιο οικείο επειδή υπήρξα και εγώ αθλητής του τζούντο αλλά και γιατί χρειαζόμουν ένα άθλημα που να εμπεριέχει σωματική επαφή, να είναι παλαιστικό» εξηγεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Γιώργος Γεωργόπουλος. «Σίγουρα δεν το βλέπουμε και πολύ συχνά στο σινεμά. Έψαξα να βρω ταινίες με τζούντο και βρήκα ελάχιστες, ανάμεσα τους και την πρώτη ταινία του Ακίρα Κουροσάουα, “ Sanshiro Sugata”, μία από τις λίγες κινηματογραφικές αναφορές στο άθλημα» συμπληρώνει.

Πέρα όμως από την αθλητική διάσταση, η φιλοσοφία του τζούντο διαπερνά και τη δραματουργία. «Το τζούντο είναι ένα άθλημα στο οποίο ο σεβασμός είναι ο βασικός άξονας. Ο σεβασμός και το δίκαιο. Θέλω να πιστεύω ότι αυτό είναι διάχυτο και στην ταινία» τονίζει ο σκηνοθέτης σημειώνοντας πως «όταν οι αθλητές δίνουν το χέρι ο ένας στον άλλον μετά από έναν αγώνα, το κάνουν γιατί θεωρούν ότι ο ένας έκανε καλύτερο τον άλλον, άσχετα με το ποιος νίκησε. Δεν είναι πάντα η νίκη το ζήτημα. Και αυτό ισχύει και στην ταινία μας».

Όρια, εξουσία και το ελληνικό #MeToo

Η ταινία συνομιλεί ανοιχτά με ζητήματα εξουσίας, ορίων και εμπιστοσύνης, ειδικά στο πλαίσιο της σχέσης προπονητή-αθλήτριας. «Είναι τα βασικά θέματα της ταινίας. Ήθελα μια πιο πολύπλευρη προσέγγιση σε αυτό το τόσο σύνθετο ζήτημα» παραδέχεται ο σκηνοθέτης.

Αν και το αρχικό σενάριο είχε γραφτεί πριν από το ξέσπασμα του ελληνικού #MeToo και είχε παρουσιαστεί στο Εργαστήριο του Φεστιβάλ του Σάντανς το 2017, η πραγματικότητα που ακολούθησε δεν θα μπορούσε να μην το επηρεάσει. «Από εκείνο το καλοκαίρι μέχρι σήμερα έχει μεσολαβήσει ένας τυφώνας, δεν θα μπορούσε να είναι το ίδιο σενάριο» τονίζει. Παράλληλα, ο σκηνοθέτης ήθελε να κινηθεί με σεβασμό απέναντι σε ανθρώπους που έχουν βιώσει κακοποίηση. «Ήθελα να το δούμε και από μια άλλη οπτική, πάντα σεβόμενος το γεγονός ότι μια ταινία τη βλέπουν άνθρωποι που έχουν βιώσει τέτοιες ιστορίες. Μέσα από αυτή τη σκέψη, γεννήθηκε και ο χαρακτήρας της Γιούλας Μπούνταλη που δεν υπήρχε στο αρχικό σενάριο» αναφέρει.

Αυθεντικότητα στο τατάμι

Η αυθεντικότητα των σκηνών αγώνα αποτέλεσε βασικό στοίχημα. «Δεν είχα ξανακάνει κάτι παρόμοιο. Ούτε εγώ, ούτε το συνεργείο, ούτε οι ηθοποιοί» λέει ο Γ. Γεωργόπουλος. Με δύο εκπαιδευτές του τζούντο σε κάθε πρόβα και γύρισμα, με τη στήριξη της Ελληνικής Ομοσπονδίας Τζούντο και cameo εμφάνιση του Ολυμπιονίκη Θοδωρή Τσελίδη, η παραγωγή λειτούργησε σχεδόν σαν αθλητική αποστολή.

«Είχαμε αυστηρούς κριτές. Υπήρχαν γύρω μας δεκάδες πραγματικοί τζουντόκα που έκριναν αν αυτό που βλέπουν είναι πειστικό ή όχι» επισημαίνει. Παρ’ όλα αυτά, η σκηνοθετική του επιλογή δεν ήταν να εστιάσει αποκλειστικά στην τεχνική τελειότητα. «Αποφάσισα η κάμερα να κινηθεί με τη ροή των σωμάτων. Να μπορούμε να νιώσουμε την αγωνία τους, τα βήματά τους, την έντασή τους. Πιο πολύ με απασχολούσε να νιώθουμε τον παλμό των αθλητών, παρά να κερδίσω στη “ σούπερ εκτελεσμένη” τεχνική» συμπληρώνει.

Η διαδικασία του casting ήταν ιδιαίτερα απαιτητική. «Υπήρχαν αρκετά υψηλές προσδοκίες λόγω του αθλήματος. Στο τέλος καταλήγαμε και στο τατάμι (ειδικό δάπεδο για τους αγώνες) για να πάρουμε τις αποφάσεις μας. Ευτυχώς και οι τρεις κεντρικοί ηθοποιοί (Μορτ Κλωναράκη, Φιλίππα Κουτούπα, Μελίνα Κοτσέλου) είχαν ασχοληθεί με πολεμικές τέχνες και με τον χορό. Ο χορός βοηθάει πάντα στη δουλειά μας. Στο πώς ακούν και στο πώς μαθαίνουν τα σώματα μια καινούργια πληροφορία» σημειώνει ο Γ. Γεωργόπουλος.

Για τον ρόλο του Γιούρι, ο Βαγγέλης Μουρίκης ήταν εξαρχής στο μυαλό του. «Ο Γιούρι είναι ένας χαρακτήρας ο οποίος έχει μια στωικότητα απέναντι σε όλα αυτά που του έχουν συμβεί. Και επειδή έχει ένα πολύ έντονο παρελθόν, το οποίο έρχεται στην επιφάνεια όσο ξετυλίγεται η ιστορία, ήταν πολύ σημαντικό ο Βαγγέλης να αποφασίσει τί θα βγάλει προς τα έξω και τί θα κρατήσει μέσα. Αυτή η ισορροπία ήταν πάρα πολύ σημαντική και πιστεύω ότι το έχει πετύχει 100%» δηλώνει.

Μάλιστα, ο χαρακτήρας του Γιούρι αποτελεί έναν διακριτικό φόρο τιμής στον δικό του προπονητή του τζούντο, ο οποίος συμμετέχει και με ένα μικρό πέρασμα στην ταινία κρατώντας τον ρόλο του διαιτητή στον πρώτο αγώνα της Δάφνης. «Οι μισές ατάκες που λέει ο Γιούρι είναι ατάκες που έχω ακούσει από το στόμα του. Μία σχέση δασκάλου-μαθητή δεν τελειώνει ποτέ. Και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, όταν τον βλέπω, για μένα δάσκαλος παραμένει» αναφέρει .

Μια διαδρομή που συνεχίζεται

Ο Γ. Γεωργόπουλος μεγάλωσε μέσα σε κινηματογραφικά γυρίσματα, δίπλα στον πατέρα του, που υπήρξε Διευθυντής Φωτογραφίας σε πολλές κλασσικές ελληνικές ταινίες. «Ήταν η παιδική χαρά μου. Ήρθε ως φυσική επιλογή η ενασχόλησή μου με τον κινηματογράφο. Ήθελα να κάνω αυτή τη δουλειά πριν καν σκεφτώ τί ιστορίες θα μπορούσα να πω» δηλώνει.

Αναλογιζόμενος την πορεία του από το «Tungsten» μέχρι σήμερα, παραμένει αυστηρός με τον εαυτό του: «Όταν βλέπω ταινίες μου, μόνο λάθη βλέπω. Είναι μια διαδικασία που δεν έχει τελειωμό». Για τον ίδιο, πάντα η βασική κινητήρια δύναμη μιας ταινίας είναι τα συναισθήματα. «Θεωρώ ότι ο θεατής πρέπει να νιώσει πράγματα. Και θέλω να πιστεύω ότι στην “ Πάττυ” υπάρχει πληθώρα συναισθημάτων».

Αν υπάρχει ένας θεματικός άξονας που ενώνει τις τρεις μεγάλου μήκους ταινίες του, είναι ο αγώνας. «Πάντα στις ταινίες μου υπάρχουν άνθρωποι που αγωνίζονται για κάτι. Μπορεί να είναι η επιβίωση, μπορεί να είναι η νίκη, η δικαιοσύνη, η εξιλέωση… Μα πάντα αγωνίζονται» τονίζει.

Στην περίπτωση της Δάφνης, ο αγώνας είναι διπλός: απέναντι στον αντίπαλο, αλλά και απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό. Και στο τέλος, αυτό που μένει δεν είναι μόνο το αποτέλεσμα ενός τελικού, αλλά η διαδρομή προς την αυτογνωσία — εκεί όπου η ενηλικίωση δεν χαρίζεται, αλλά κατακτιέται.

Η ταινία «Πολύ Κοριτσίστικο Όνομα το Πάττυ» κυκλοφορεί στις ελληνικές αίθουσες από την Tanweer.

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ

Αφήστε μια απάντηση

Your email address will not be published.

ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ

BAFTA: Τα βραβεία καλύτερης ταινίας και σκηνοθεσίας απέσπασε η “Μια μάχη μετά την άλλη”

Η ταινία «Μια μάχη μετά την άλλη», η μαύρη κωμωδία

«Peaky Blinders: The Immortal Man»: Κυκλοφόρησε το επίσημο τρέιλερ της κινηματογραφικής συνέχειας της εμβληματικής σειράς με τον Κίλιαν Μέρφι

Το Netflix έδωσε στη δημοσιότητα το επίσημο τρέιλερ του «Peaky

Σάρωσαν «Adolescence» και «Train Dreams» στα φετινά Independent Spirit Awards

Πραγματοποιήθηκε το βράδυ της Κυριακής στο Hollywood Palladium η 41η

To Ίδρυμα Prada την μεγάλη οθόνη: Χρηματοδοτεί έργα του ανεξάρτητου κινηματογράφου

Νέα κινηματογραφικά έργα γνωστών δημιουργών, όπως ο σκηνοθέτης του «Tropical

Αφιέρωμα στο ιαπωνικό anime από την Ταινιοθήκη Θεσσαλονίκης του ΦΚΘ στις 21 και 22 Φεβρουαρίου

H Ταινιοθήκη Θεσσαλονίκης του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης ενώνει για δεύτερη