Η Τάνια Παλαιολόγου αποκλειστικά στο OkNews.gr: «Δεν πιστεύω στην τύχη, πιστεύω στο πώς στεκόμαστε απέναντι σε ό,τι δεν ορίζουμε»

19 Ιουνίου 2026, 12:40
Χρόνος ανάγνωσης 66 λεπτά
ΦΩΤΟ: Christina Dendrinou / Facebook

Ένα ηλιόλουστο απόγευμα, η ηθοποιός και σκηνοθέτης Τάνια Παλαιολόγου, ξετύλιξε το νήμα της δικής της διαδρομής, αποκλειστικά στο OkNews.gr.

Ήταν μόλις 11 ετών όταν εισέβαλε στον κόσμο του κινηματογράφου ως η μικρή πρωταγωνίστρια του Θόδωρου Αγγελόπουλου στο εμβληματικό «Τοπίο στην ομίχλη».

Έκτοτε η πορεία της Τάνιας Παλαιολόγου σφραγίστηκε από σπουδαίες θεατρικές συνεργασίες, ενώ τα τελευταία 23 χρόνια, είναι μια από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές που έχουμε ακούσει ποτέ – από τα αμέτρητα σπικάζ σε διαφημίσεις και το podcast «Με Άλλα Λόγια» που παρουσιάζει μαζί με την Ζωή Κατσάτου, μέχρι τους ρόλους που μεγάλωσαν γενιές, όπως ο Τακ το χελωνάκι στα «Σούπερ Ζωάκια» και η Λόλα Μπάνι στο «The Looney Tunes Show».

Πίσω όμως από τα φώτα και το μικρόφωνο, κρύβεται ένας άνθρωπος με σπάνια ενσυναίσθηση.

ΦΩΤΟ: Christina Dendrinou / Instagram

Σε μια συζήτηση – ποταμό, μας παραδίδει μια αληθινή κατάθεση ψυχής, μιλώντας ανοιχτά για τη ζωή, την τέχνη και τις προκλήσεις της εποχής μας.

Μέσα από μια βαθιά εξομολόγηση που ισορροπεί ανάμεσα στη νοσταλγία του παρελθόντος και τους προβληματισμούς του σήμερα, μοιράζεται τις δικές της αλήθειες, τη φιλοσοφία της για τις ανατροπές της ζωής, αλλά και τα όσα ονειρεύεται για το μέλλον.

Μια κουβέντα – γροθιά για όλα όσα μας καθορίζουν και, τελικά… για το πόσο κρατάει το αύριο.

***

Θέλω να το πάμε λίγο χρονολογικά. Μεγαλώνεις Αθήνα;

Γεννιέμαι και μεγαλώνω στο Παλαιό Φάληρο, με καταγωγή από Χίο και Ικαρία.

Τότε ήταν ένα προάστιο με μονοκατοικίες, ελάχιστες πολυκατοικίες και πάρα πολλές αλάνες.

Θυμάμαι ακόμα και παράγκες στη μέση του δρόμου, προς και από το σχολείο, αλλά και να σταματάμε στις αλάνες για να μαδάμε μαργαρίτες.

Δεν είχε καμία σχέση με το πώς είναι τώρα.

Το ακούω σαν κάτι όμορφο αυτό…

Ήταν πολύ όμορφο.

Παλιά το Παλαιό Φάληρο είχε παλιά αρχοντικά – κάποια από τα οποία υπάρχουν ακόμα -, καθώς ήταν περιοχή με εξοχικές κατοικίες.

Και φυσικά, είχε τη διέξοδο στη θάλασσα, που ήταν πολύ μεγάλη υπόθεση, ειδικά στην εφηβεία.

Μου δίνεις μια πολύ ωραία πάσα. Ισχύει ότι μεγαλώνοντας, ο χαρακτήρας σου διαμορφώνεται από τα παιδικά που έβλεπες; Από τα γιαπωνέζικα παιδικά (σσ: πλέον είναι γνωστά ως anime).

Τότε είχαμε μόνο την κρατική τηλεόραση, δύο κανάλια όλα κι όλα. Ξεκινούσε αν θυμάμαι καλά στις πέντε ή πεντέμισι και είχε ένα παιδικό τη μέρα.

Φυσικά με μάγεψε η Κάντυ Κάντυ, όπως τα περισσότερα κορίτσια στην ηλικία μου, αλλά είχαμε και Αστυνόμο Σαΐνη, Στρουμφάκια, το Κουτί με τα Παραμύθια και τα Γιαπωνέζικα Παραμύθια.

Συνήθως τα Γιαπωνέζικα Παραμύθια, μία δραματική και μία κωμική, και μια συγκλονιστική εισαγωγή με ένα αγόρι που πετούσε πάνω σε έναν δράκο, με ένα τραγούδι που όλα τα παιδάκια ξέραμε.

Δεν τα έχανα. Τα έβλεπα και μαγευόμουν.

Ήταν η εισαγωγή μου στην κωμωδία και στο δράμα – στις δύο όψεις της υποκριτικής.

Θα ανοίξω μια παρένθεση. Οπότε τώρα που εσύ είσαι μέσα στη μεταγλώττιση, πως είναι να είσαι σε έναν χώρο που το ‘βλεπες ως παιδί και μαγευόσουνα;

Δεν το πολυσυνειδητοποίησα. Όλοι όταν είμαστε παιδιά μαγευόμαστε από τα καρτούν, αλλά δεν σκέφτηκα ποτέ ότι θα μπορούσα να το κάνω εγώ.

Κάποια στιγμή μπήκε στη ζωή μου η επιθυμία για την υποκριτική και το θέατρο. Ήθελα να σπουδάσω, να εξερευνήσω τον εαυτό μου και – έχοντας και μια αγάπη για τον παλιό ελληνικό κινηματογράφο – μέσα από το θέατρο ήρθε τελικά και το κομμάτι της φωνής.

Στη δραματική σχολή ήρθα σε επαφή με τη μέθοδο της Kristin Linklater για την απελευθέρωση της φυσικής φωνής, κάτι που λειτούργησε αποκαλυπτικά για μένα.

Είχα πάντα μια έφεση σε ό,τι είχε να κάνει με τη φωνή και το τραγούδι, λόγω της μουσικής μου παιδείας, καθώς έκανα πιάνο πάρα πολλά χρόνια…

Από οικογένεια αυτό με τη μουσική παιδεία;                              

Καθόλου. Εγώ το διεκδίκησα το πιάνο και το κέρδισα, παρόλο που οι γονείς μου φοβόντουσαν μήπως το παρατήσω, αλλά και λόγω κόστους. Τα μαθήματα τότε ήταν ακριβά, έπρεπε να αγοραστεί κανονικό πιάνο – δεν υπήρχαν τα σημερινά ηλεκτρικά.

ΦΩΤΟ: ypatia_kornarou / Instagram

Ήρθε αυτός ο δάσκαλος στη ζωή μου, ήρθε η ενασχόληση με τη φωνή και κατάλαβα ότι μέσα από αυτήν λειτουργώ. Το έψαξα παραπάνω, δούλεψα μόνη μου πράγματα που με δυσκόλευαν και άρχισα να βρίσκω δουλειά ως ηθοποιός που τραγουδάει και μπορεί να διαβάσει παρτιτούρα.

Κάποια στιγμή κυνήγησα και βρήκα την ευκαιρία να κάνω μια διαφήμιση. Έχοντας δουλέψει πια κάποια χρόνια στο στούντιο με τη διαφήμιση, ήρθα σε επαφή με τον Πέτρο Δαμουλή και έτσι μπήκα στη μεταγλώττιση.

Δεν έγινε συνειδητά, με την έννοια ότι ήταν το όνειρό μου, αλλά οδηγήθηκα προς τα εκεί.

Τελικά, ήταν κάτι που πάντα υπήρχε μέσα μου, ήξερα ότι μπορώ να το κάνω και δούλεψα σκληρά γι’ αυτό.

Πάντως έχεις αναφέρει ότι ο αγαπημένος σου ήρωας στην Kandy Kandy ήταν ο Terry, και πως βλέποντας τη σειρά, διαμόρφωσες τον χαρακτήρα σου. Ότι ήθελες εσύ να γίνεις ηθοποιός, να τραγουδήσεις, να κάνεις φωνές, βλέποντας την Kandy Kandy.

Ναι η αλήθεια είναι ότι εκείνη την περίοδο η Kandy Kandy, σε συνδυασμό με τον ελληνικό κινηματογράφο, με έκαναν να το αγαπήσω πάρα πολύ όλο αυτό.

Μου δίνεις ωραία πάσα. Είπες ελληνικό κινηματογράφο, και λίγα χρόνια αργότερα, έρχεται στη ζωή σου ο Θόδωρος Αγγελόπουλος. Οπότε θέλω να μιλήσουμε λίγο για τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, που εσύ τον έζησες σε τρεις ταινίες.

Τώρα αυτό είναι πολύ μεγάλο κεφάλαιο.

Όλο αυτό προέκυψε πολύ ξαφνικά στη ζωή μου. Παιδί από οικογένεια εμπόρων, χωρίς καμία σχέση με την τέχνη, βρέθηκα ξαφνικά να δουλεύω με ένα συνεργείο ανθρώπων που ήτανε συγκλονιστικοί επαγγελματίες.

Με τον Γιώργο Αρβανίτη στη διεύθυνση φωτογραφίας, με τον Μικέ Καραπιπέρη στα σκηνικά, την Ελένη Καραϊνδρου στη μουσική, τον Μαρίνο Αθανασόπουλο στον ήχο.

Όλοι αυτοί οι άνθρωποι ήτανε μετρ στο είδος τους στο σινεμά.

Και ξαφνικά βρέθηκα στα 11 μου χρόνια να δουλεύω με όλους αυτούς, σε γυρίσματα που κράτησαν 5 μήνες, με ένα ταξίδι σε όλη την Ελλάδα και με έναν σκηνοθέτη τρομερά εμπνευσμένο, απαιτητικό, έναν σύγχρονο φιλόσοφο και ποιητή.

Αυτό δεν είχε καμία σχέση με τις κλασικές ελληνικές ταινίες που είχα παρακολουθήσει. Με μύησε στην ποίηση, στη δημιουργία και σε μια άλλη πλευρά της Ελλάδας – πιο σκοτεινή, πιο ομιχλώδη, πιο γκρίζα.

Ειδικά στο “Βλέμμα του Οδυσσέα” το έχουμε δει πολύ αυτό, με τον Θανάση Βέγγο σε μια σκηνή να λέει: “Η Ελλάδα πεθαίνει”. Οπότε εγώ θέλω να σε ρωτήσω: τι είναι αυτό που πεθαίνει τελικά; Είναι η κουλτούρα μας; Είναι η γλώσσα;

Αυτό που έχω ζήσει πιο βιωματικά να πεθαίνει είναι η ιδεολογία.

Μεγάλωσα σε μια εποχή που υπήρχε ακόμα η πίστη στα ιδανικά, στην ποίηση. Υπήρχε μια ηθική που διαπότιζε τα πράγματα, η οποία τώρα δεν υπάρχει. Χάνονται πάρα πολλά που κάποτε κρατιόντουσαν, και πλέον υπάρχουν μόνο μικρές εστίες που τρεμοσβήνουν ή, μάλλον, κρατάνε ζωντανή τη φωτιά.

Οπότε πάμε λίγο πίσω στην πρώτη ταινία, και στο πως βρέθηκες στην οντισιόν.

Βρέθηκα από μια αγγελία που διάβασαν οι δικοί μου στην “Ελευθεροτυπία”.

Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος ζητούσε ένα κορίτσι 10 – 12 ετών και ένα αγόρι γύρω στα 5 – 7 για τους βασικούς ρόλους στην καινούργια του ταινία, που ήταν το “Τοπίο στην Ομίχλη”.

Και απλώς πήγαμε στο γραφείο του.

Και πας λοιπόν στο κάλεσμα, και του λες ατάκα από την Kandy Kandy;

Δεν ήταν ο ίδιος ο Αγγελόπουλος τότε, αλλά ο βοηθός του, ο Χάρης Παπαδόπουλος, που ήταν υπεύθυνος για το κάστινγκ.

Μας έβαλαν στη σειρά και μας ρωτούσαν διάφορα πράγματα. Όταν με ρώτησαν αν θέλω να γίνω ηθοποιός, τους είπα “ναι”. Μου είπαν “γιατί;” κι εγώ ανακάλεσα την ατάκα του Terry από την Kandy Kandy.

Υπήρχε μια σκηνή στην ταινία, η σκηνή βιασμού στο φορτηγό. Έχεις δηλώσει ότι σου είπαν οι γονείς σου ότι “αν δεις ότι δε μπορείς, φεύγουμε”. Κι εσύ έμεινες εκεί, γιατί όπως έχεις πει, “είναι σαν να ρίχνουμε μπουνιά στον καιρό”…

Ήταν όντως μια συνθήκη με ακραίες δυσκολίες, σε μια εποχή που δεν υπήρχαν οι μεταγενέστερες γενναίες χρηματοδοτήσεις.

Καταλάβαινα ότι βρισκόμουν ανάμεσα σε ανθρώπους που πάλευαν με το ακατόρθωτο. Πολλές φορές παλεύαμε κυριολεκτικά κόντρα στον καιρό, για να τον προλάβουμε.

Ήταν όλα γυρίσματα χειμωνιάτικα, στη Βόρεια Ελλάδα, με κρύο, χιόνι, βροχές, αλλά και με τεχνητές βροχές και τεχνητό χιόνι.

Και μάλιστα δίπλα σε σπουδαίους ηθοποιούς.

Βρέθηκα ξαφνικά, ένα παιδί δέκα χρονών, δίπλα στον Σταύρο Τζώρτζογλου, στον Βασίλη Κολοβό, στην Εύα Κοταμανίδου, στην Αλίκη Γεωργούλη, στον Στράτο Παχή, τον Βαγγέλη Καζάν, τον Ηλία Λογοθέτη, τον Δημήτρη Καμπερίδη…

Φανταστικοί ηθοποιοί, όλοι τους.

Οπότε, ανάμεσα σε αυτήν την ταινία και στο “Βλέμμα του Οδυσσέα”, τι μεσολαβεί στη ζωή σου;

Τελείωσαν τα γυρίσματα, πήγα γυμνάσιο, λύκειο και μετά έδωσα πανελλήνιες και εξετάσεις για δραματική σχολή. Την πρώτη χρονιά απέτυχα και στα δύο (είχα δώσει μόνο στο Εθνικό).

Τη χρονιά που μεσολάβησε μέχρι να ξαναδώσω, έκανα μια μεγάλου μήκους ταινία με τον Γιώργο Καρυπίδη, τους “Μαγεμένους”, και παράλληλα έκανα ένα τριήμερο γύρισμα για το “Βλέμμα του Οδυσσέα” – μια συμμετοχή σε μια σκηνή, όπου οι πρόβες και το γύρισμα κράτησαν τρεις μέρες.

Εκείνο το διάστημα παρακολουθούσα ένα προπαρασκευαστικό τμήμα στη Σχολή Βεάκη για να προετοιμαστώ. Ξαναδιάβασα για πανελλήνιες, ξαναέδωσα και πέρασα στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ πέρασα και στις εξετάσεις του Υπουργείου Πολιτισμού για αναγνωρισμένη δραματική σχολή. Έτσι ξεκίνησαν οι σπουδές μου στο θέατρο και στη θεατρολογία.

Και πας μετά για μεταπτυχιακό στο εξωτερικό;

Τελειώνω τη δραματική σχολή το ’99 και το πανεπιστήμιο το 2000. Το 2001 έδωσα εξετάσεις στο ΙΚΥ (σσ: Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών) και πήρα την υποτροφία για μεταπτυχιακές σπουδές.

Έτσι βρέθηκα στο Λονδίνο, όπου έκανα Master στο Σωματικό Θέατρο.

Οπότε, έρχεσαι λοιπόν στην Ελλάδα μετά, και τυπώνεις δέκα φορές το βιογραφικό σου, για να γυρίσεις όλα τα ΔΗΠΕΘΕ;

Αυτό έγινε το ’99, μόλις τελείωσα τη σχολή. Ήθελα να βρω δουλειά για τον χειμώνα και πήρα μια λίστα με όλα τα ΔΗΠΕΘΕ, γιατί επιθυμία μου ήταν να δουλέψω στην επαρχία.

Τότε τα ΔΗΠΕΘΕ προσέφεραν πολύ καλές συνθήκες –ήταν πληρωμένες και οι πρόβες και οι παραστάσεις, σε αντίθεση με το ελεύθερο θέατρο. Σκέφτηκα επίσης ότι ως νέα ηθοποιός, αν δεχόμουν να φύγω από την Αθήνα, θα είχα περισσότερες πιθανότητες.

Κατάφερα να κλείσω κάποια ραντεβού, με είδαν τέσσερις άνθρωποι και μία εξ αυτών μου πρότεινε δουλειά. Όμως, γυρίζοντας στην Αθήνα, έκλεισα τελικά στο Εθνικό Θέατρο, στην παράσταση “Το Καρναβάλι του Έρωτα” σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη, δίπλα στον Μηνά Χατζησάββα, τον Άλκη Κούρκουλο και έναν πολύ δυνατό θίασο. Έτσι ξεκίνησα να δουλεύω στην Αθήνα.

Έχεις συνεργαστεί με τη Βέρα Ζαβιτσιάνου, η οποία θεωρείται από τις μεγαλύτερες έλληνες ηθοποιούς…

Όχι δεν έχω συνεργαστεί, ήταν δασκάλα μου στη δραματική σχολή, μας έκανε υποκριτική, και επειδή έμενε και εκείνη στο Παλαιό Φάληρο, πολλές φορές την γύριζα στο σπίτι της και κάποιες φορές την έπαιρνα για να τη φέρω στη σχολή.

Οπότε με το θέατρο ασχολείσαι…

Ξεκίνησα το ‘96 ως μαθήτρια της σχολής – πριν από 30 χρόνια δηλαδή – και από τότε δεν έχω σταματήσει.

ΦΩΤΟ: Georgios Voutsinas / Facebook

Οπότε το 2003 ξεκινάς τις διαφημίσεις…

Κάνω την πρώτη μου εκφώνηση στο τωρινό Power Media, που τότε λεγόταν Studio. Ήμουν πολύ τυχερή, γιατί ο εκφωνητής που έκανε τον μπαμπά μου στη διαφήμιση ήταν ο υπεύθυνος για τις φωνές στο στούντιο, ο Γιώργος Παπαδόπουλος.

Μόλις είδε ότι είχα γρήγορη αντίληψη – έπρεπε να κάνω ένα αγοράκι, μπόρεσα να ερμηνεύσω το κείμενο και η φωνή μου έπεισε -, μου ζήτησε να πάω για δοκιμαστικά. Μου έφτιαξε δύο demo την επόμενη κιόλας μέρα.

Εγώ έτσι κι αλλιώς έψαχνα ευκαιρία γιατί ήξερα ότι αυτό είναι κάτι που μπορώ να κάνω, ότι μπορώ να αλλάξω πάρα πολύ εύκολα τη φωνή μου και ότι έχω μια σχετική άνεση στο να αντιλαμβάνομαι τι χρειάζεται ένα κείμενο.

Αφού έκανα τα demo, έφτιαξα πάρα πολλά CD με αυτά και με την εκφώνηση που είχα κάνει, και πήγα σε εταιρείες παραγωγής και στούντιο μοιράζοντάς τα ένα-ένα με το χέρι.

Και συνεχίζεις μέχρι σήμερα τις διαφημίσεις

Ναι, συνεχίζω.

Οπότε κάποια στιγμή, όπως είσαι στο ίδιο στούντιο, αποφασίζεις να χτυπήσεις την πόρτα για τη μεταγλώττιση.

Μαθαίνω ότι κάνουν εκεί μεταγλωττίσεις και λέω, ‘ντάξει αφού οι άνθρωποι με ξέρουν ήδη, –  ήμουνα τρία χρόνια περίπου που δούλευα στη διαφήμιση και πήγαινα πια αρκετά συχνά -, οπότε λέω ας ρωτήσω, δε χάνω τίποτα.

Και μου λένε, εκείνη την ώρα που ρώτησα, “έλα εδώ. Έλα εδώ τώρα”.

Πηγαίνουμε στην κουζίνα του στούντιο που ‘καναν το διάλειμμα τους διάφοροι συντελεστές που ‘γραφαν εκεί, και εκεί ήταν ο Πέτρος ο Δαμουλής. Και μου λένε: “ορίστε, από ‘δω ο Πέτρος, Πέτρο από ‘δω η Τάνια”. Και μου λέει: “Τι;”, και του λέω “Με ενδιαφέρει η μεταγλώττιση”. Και μου λέει “Είσαι ηθοποιός;”. Του λέω είμαι ηθοποιός, έχω τελειώσει τη σχολή, δουλεύω τόσα χρόνια, έχω κάνει θέατρο, ασχολούμαι με τη μουσική, έχω κάνει εκφωνήσεις, είμαι εξοικειωμένη με το μικρόφωνο, και πιστεύω ότι μπορώ να το κάνω.

Μου λέει: “ωραία, έλα να παρακολουθήσεις”.

Και πήγα και παρακολούθησα Jimmy Neutron, Ντόρα η Μικρή Εξερευνήτρια – με Άντρια Ράπτη, με Σοφία Καψαμπέλη, με Μαρία Ζερβού -, δηλαδή πήγαινα και παρακολουθούσα.

Ξέρεις τι; Όχι μόνο πήγες και μπήκες στα βαθιά – γιατί μιλάμε για δυο σειρές πολύ γνωστές και πολύ αγαπημένες -, αλλά βρέθηκες απέναντι σε πολύ μεγάλα ονόματα αυτού του χώρου. Οπότε, καταλαβαίνεις ότι, όχι μόνο ήσουνα σε ένα χώρο που σιγά σιγά μάθαινες πως λειτουργεί…

Και που οι άνθρωποι οι συγκεκριμένοι δεν είχαν την τρομακτική εμπειρία που έχουν τώρα – εγώ είμαι ήδη 20 χρόνια χρόνια στη μεταγλώττιση. Εκείνοι είχαν ξεκινήσει και είχαν δουλέψει και πάρα πολύ.

Ήμουν τυχερή γιατί ο Πέτρος ήταν τρομερά γενναιόδωρος σκηνοθέτης. Με άφησε να καταλάβω μόνη μου τι συμβαίνει, αλλά όταν είδε ότι αφιέρωνα χρόνο και ήμουν διατεθειμένη να μάθω, με πήγε ένα βήμα παραπέρα: “Έλα πιο κοντά να βλέπεις το κείμενο”, μου είπε, και μετά με προέτρεψε να πάρω κείμενα και DVD στο σπίτι.

Έμαθα τη λειτουργία απέξω πριν μπω στο στούντιο, γιατί αν μπεις χωρίς προετοιμασία, πελαγώνεις από τις πληροφορίες.

Είσαι τυχερή, γιατί η μεταγλώττιση στην Ελλάδα γίνεται λίγο στο πόδι όπως λέμε. Έχει υποτιμηθεί κι όλας κατά τη γνώμη μου με τα Βραζιλιάνικα, με τα Αργεντίνικα, που γινόντουσαν όλα στο πόδι. Εσύ ήσουνα τυχερή γιατί τουλάχιστον είχες το χρόνο να δεις πως λειτουργεί.

Έχω κι εγώ μια μικρή εμπειρία από μεξικάνικα, με σκηνοθέτες τον Βασίλη Καΐλα, τη Ζωή Ρηγοπούλου και την Ιφιγένεια Στάικου, οι οποίοι αγαπούν πάρα πολύ αυτή τη δουλειά.

Ποτέ δεν ένιωσα ότι κάποιος ήθελε να την ξεπετάξει. Αντίθετα, είχα τρομερή καθοδήγηση.

Στην πρώτη μου τηλενουβέλα (σσ: το “Μαρία, Άγγελε μου”), όπου είχα τον βασικό ρόλο της Μαριτσούι, είχα πελαγώσει.

Δεν είχα ακόμη την εμπειρία που έχω τώρα για να μπορώ να διαβάσω πρίμα βίστα (σσ: ερμηνεία του κειμένου με την πρώτη ματιά, χωρίς προετοιμασία) τόσο μεγάλα κείμενα και τόσο μεγάλα επεισόδια και να βγάλω γρήγορα το αποτέλεσμα που έπρεπε να βγει.

Ζητούσα να μου δώσουν τα κείμενα στο σπίτι – γιατί η σειρά υπήρχε όλη στο YouTube – και προς τιμήν τους τα τύπωναν, αφού τότε…

Τότε υπήρχαν τα χαρτιά. Τώρα είναι tablet.

Ναι! Τύπωναν όλα τα επεισόδια.

Πήγαινα σπίτι με έναν πάκο σαν εγκυκλοπαίδεια, κι επειδή ήξερα ισπανικά, κρατούσα σημειώσεις, γιατί η ηρωίδα είχε τεράστιους μονολόγους, ήταν συνέχεια σε ένταση, έκλαιγε… Έπρεπε να προετοιμαστώ.

Το ίδιο έκανε και η Χρύσα Διαμαντοπούλου, που ήταν κι εκείνη στα ξεκινήματά της.

Και θυμάμαι μια μέρα που είχε έρθει ο Αργύρης ο Παυλίδης στο στούντιο και είχε πει: “Μαθαίνω ότι τα κορίτσια παίρνουν κείμενο και προετοιμάζονται, και αυτό δεν έχει ξαναγίνει στα χρονικά! Η νέα γενιά της μεταγλώττισης τα σπάει!”

Ήταν πολύ υποστηρικτικός.

Άρα κοπλιμέντο…

Ναι ναι! Ήταν πολύ υποστηρικτικός ο Αργύρης.

Επιστρέφω λίγο πίσω. Οπότε η πρώτη σου δουλειά ήτανε walla (σσ: η ομαδική ηχογράφηση ηθοποιών που μουρμουρίζουν για να δημιουργηθεί η αίσθηση της φασαρίας του πλήθους στο βάθος).

Πρώτη δουλειά walla, στη “Σάρλοτ την αραχνούλα”.

Οπότε, αφού είπαμε και για τα μαθήματα πιάνο στην αρχή, η πρώτη σου δουλειά είναι ο “Μικρός Αμαντέους”. Μότσαρτ…

Ναι! Η πρώτη δουλειά, ο πρώτος ρόλος.

Οπότε βοήθησε κι όλας λίγο το πιάνο…

Πάρα πολύ. Αν δεν είχα σπουδάσει κλασικό πιάνο, δεν θα μπορούσα να πω αυτά τα τραγούδια, γιατί ήταν ελληνικοί στίχοι πάνω σε κλασικά κομμάτια του Μότσαρτ.

Είδες; Στάθηκες και εκεί τυχερή.

Και τυχερή, και με βοήθησε πάρα πολύ η παιδεία μου, η εκπαίδευση μου, η μουσική μου παιδεία.

Οπότε όλο αυτό τώρα τι είναι; Είναι τύχη τελικά; Αν κάτσεις στο τέλος και κάνεις έναν απολογισμό και πεις “τι με βοήθησε τελικά; Ήμουνα εγώ πολύ τυχερή στη ζωή μου;”

Νομίζω ότι είναι ένας συνδυασμός σπουδής, προετοιμασίας και επιθυμίας, μαζί με την τύχη αλλά και το γεγονός ότι την κατάλληλη στιγμή κατάλαβα την ευκαιρία και τη διεκδίκησα.

Γενικά δεν είμαι άνθρωπος που διεκδικεί σκληρά, ούτε μπαίνω κάπου αν νιώθω ότι δεν ανήκω.

Με τη μεταγλώττιση δεν ένιωσα ποτέ ότι πρέπει να πατήσω επί πτωμάτων. Ήταν μια φυσική συνέχεια των σπουδών, των ενδιαφερόντων και της ιδιοσυγκρασίας μου, γιατί μου αρέσει πάρα πολύ να κάνω πράγματα που δεν φαίνονται.

Yπάρχουν άνθρωποι που θέλουν σώνει και ντε να φαίνονται. Εμένα το να με ακούει όχι μόνο μου φτάνει, αλλά το θεωρώ μαγικό. Μου αρέσει να με φαντάζονται ή να ταυτίζουν τη φωνή μου με ένα σκίτσο, με ένα καρτούν.

Σε αναγνωρίζουνε στο δρόμο;

Όχι…

Δεν έχει τύχει;

Έχει τύχει να με αναγνωρίσει στο θέατρο ένα κορίτσι.

Έπαιζα σε μια παιδική παράσταση στο Σύγχρονο Θέατρο, και κάποια στιγμή μου ζήτησαν να κατέβω στο φουαγιέ γιατί με ζητάει μια κοπέλα. Και κατεβαίνω, και μου λέει: “Εσείς κάνετε την Λόρι και την Λουάν στο Loud House;”.

Και λέω: “πουλάκι μου, πως το κατάλαβες;”. Μου λέει: “σας αναγνώρισα απ’ τη φωνή σας”. Ειδικά στην έφηβη, γιατί ήταν λίγο πιο κοντά στην φυσική μου φωνή.

Αυτό πραγματικά είναι ταλέντο. Αν μπορείς να ξεχωρίσεις τη φωνή από το καρτούν και μετά να την ταυτίσεις με έναν άνθρωπο που βλέπεις ζωντανά, σημαίνει ότι το αυτί σου είναι πολύ καλό.

Πάμε λοιπόν στο “Μικρό μου Πόνυ” όπου υποδύθηκες την Τουάιλαϊτ Σπαρκλ για έξι σεζόν. Μια πολύ δημοφιλής σειρά, η οποία έρχεται εκείνη την περίοδο ξανά στην Ελλάδα. Πώς είναι να αναλαμβάνεις έναν ρόλο σε μια πολύ γνωστή σειρά για τόσα χρόνια;

Για μένα ήταν η δουλειά μου, αλλά σε σχέση με άλλες σειρές την αγαπούσα πάρα πολύ.

Μου άρεσαν τα μηνύματά της, ο σχεδιασμός και τα τραγούδια της. Αν τη συγκρίνουμε, για παράδειγμα, με τις Winx (σσ: έδωσε τη φωνή της στο ρόλο της Μπλουμ), θεωρώ ότι τα “Μικρά μου Πόνυ” ήταν μια σειρά πολύ πιο συμπεριληπτική. Δεν βασιζόταν στα στερεότυπα.

Μάλιστα, πήγαινε κόντρα σε αυτά, αφού υπάρχει μέχρι και επεισόδιο με gay ζευγάρι πόνυ. 

Η Τουάιλαϊτ Σπαρκλ ήταν ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα σε όλα τα πόνυ. Έμαθα πολλά μέσα από αυτήν, όπως και από τη Μαριτσούι. Αυτοί οι ρόλοι, επειδή έχουν τρομερές μεταπτώσεις και γρήγορους ρυθμούς, με βοήθησαν να μάθω καλά τη δουλειά.

Πολύ fun σειρά επίσης, πολύ γέλιο.

Και αυτό βοήθησε μετά και στη σκηνοθεσία στη μεταγλώττιση;

Όλη αυτή η εμπειρία βοηθάει. Αυτό όμως που με βοήθησε περισσότερο είναι ότι, σχεδόν από τη δεύτερη δουλειά μου, δούλεψα με παιδιά.

Επειδή στα παιδιά πρέπει να μάθεις τη δουλειά από την αρχή και δεν θεωρείς τίποτα δεδομένο, αυτό σε εκπαιδεύει να δουλεύεις με ηθοποιούς όλων των ταχυτήτων, να έχεις υπομονή και να βρίσκεις τρόπους.

Καταλαβαίνεις ότι, όσο καλοί επαγγελματίες κι αν είναι, οι άνθρωποι τη στιγμή που μπαίνουν στο στούντιο χρειάζονται όλη την εμπιστοσύνη, την αγάπη και την καθοδήγηση που μπορείς να τους δώσεις

Ήσουνα και εσύ παιδί του κινηματογράφου, οπότε είχες μια εικόνα, να βοηθήσεις μετά τα παιδιά.

Ήταν τελείως άλλη εμπειρία. Όμως, επειδή εγώ βρέθηκα τότε σε μια συνθήκη πολύ δύσκολη, σε μια εποχή που δεν προστατεύονταν τα δικαιώματα των παιδιών που εργάζονταν, είμαι πλέον πάρα πολύ ευαίσθητη με αυτό το κομμάτι.

Όταν έρχεται ένα παιδί να γράψει, το πρώτο πράγμα που του λέω είναι: “Δεν είσαι υποχρεωμένος να το κάνεις, το κάνεις μόνο αν θέλεις”.

Όταν κάνουμε δοκιμαστικό τους λέω: “εσείς δοκιμάζετε εμάς, κι όχι εμείς εσάς.

Εμένα μου κάνεις έτσι κι αλλιώς, γιατί όλοι οι φωνές είναι φανταστικές, όλες οι φωνές έχουν τη θέση τους, όλες οι φωνές είναι μοναδικές, η φωνή σου είναι μοναδική, έχει αξία.

Το δοκιμαστικό το κάνουμε για να δούμε αν σου αρέσει εσένα. Αν αντέχεις, αν σου αρέσει, αν σου ταιριάζει, αν θέλεις να μπεις σε αυτή τη διαδικασία”.

Υπάρχουν παιδιά που λένε πενήντα φορές μια ατάκα και το βλέπουν σαν τρομερή πρόκληση, σαν να περνάνε πίστα σε ένα φανταστικό παιχνίδι!

Και υπάρχουν και παιδιά που στην τρίτη ατάκα λένε: “πάλι;” και κουράζονται. Αυτά τα παιδιά δεν είναι έτοιμα και δεν τους αρέσει, οπότε δεν έχει κανένα νόημα να πιέζονται.

Πάντως, έχεις συνεργαστεί και με τον γιο σου…

Και με τους δυο μου γιους πια…

Οπότε πως ισορροπείς την επαγγελματική με την οικογενειακή πλευρά στο στούντιο;

Οι εγγραφές με τα παιδιά δεν κρατάνε από το πρωί μέχρι το βράδυ για να φάμε τα μουστάκια μας. Πάντα προτιμώ να διαρκούν το πολύ μιάμιση με δύο ώρες.

Με τον μεγάλο μου γιο, που έχει κάνει περισσότερη μεταγλώττιση, το μεγαλύτερο project που δουλέψαμε ήταν οι ταινίες του “Σπασίκλα” (σσ: “Το Ημερολόγιο ενός Σπασίκλα”), όπου έκανε τον πρωταγωνιστή, τον Γκρεγκ, όπου χρειαστήκαμε περίπου τρεις εγγραφές για να βγει η ταινία.

Επειδή ήθελε πάρα πολύ να το κάνει και μου το ζήτησε ο ίδιος, καταφέραμε να κρατήσουμε την αξιοπρέπειά μας στο στούντιο (γέλια).

Υπήρχαν βέβαια φορές που, αν ήταν κουρασμένος, μου έλεγε: “Μια χαρά είναι, πάμε παρακάτω”, κι εγώ του απαντούσα: “Όχι, δεν είναι μια χαρά” (γέλια).

Εγώ έχω και τη φήμη λίγο ότι είμαι ψείρας σαν σκηνοθέτης στο χώρο, ότι επιμένω λίγο.

Τις προάλλες μου είπε ατάκα ο ηχολήπτης: “Πέτρο Δαμουλή, βγες απ’ την Τάνια” (γέλια).

Άρα όταν σου είπε ο γιος σου ότι “ξέρεις μαμά, θέλω να ‘ρθω να δουλέψω”, πως αντιδράς;

Χάρηκα, γιατί είναι μια υπέροχη δουλειά και ήμουν σίγουρη ότι μπορεί να το κάνει. Του εξήγησα, όμως, ότι αυτό δεν εξαρτάται από μένα. Τότε δεν σκηνοθετούσα, οπότε του είπα: “Εγώ μπορώ να το επικοινωνήσω, γιατί πάντα υπάρχει ανάγκη για παιδικές φωνές, ειδικά για αγόρια. Αν όμως κάνεις δοκιμαστικό, να ξέρεις ότι η έγκριση έρχεται από το εξωτερικό. Θα σε ακούσουν άνθρωποι που δεν σε ξέρουν και θα κρίνουν μόνο το αποτέλεσμα. Μπορεί και να μη σε πάρουν”.

Στο πρώτο του δοκιμαστικό – όπου εντελώς συμπτωματικά έκανα κι εγώ δοκιμαστικό για την ίδια ταινία – ευτυχώς μας απέρριψαν και τους δύο!

Μετά όμως, πήρε το επόμενο δοκιμαστικό, πήρε και το μεθεπόμενο και κάπως έτσι μπήκε στον χώρο.

Έκανε κάποιες ταινίες και συμμετοχές σε μίνι σειρές.

Όποτε προέκυπτε κάτι μεγαλύτερο, με πολλά επεισόδια, δεν ήμασταν σύμφωνοι.

Δεν έμπαινε καν στη διαδικασία, γιατί θέλαμε να διατηρήσει τον ελεύθερο χρόνο του ως παιδί και ως προέφηβος.

ΦΩΤΟ: Facebook

Οπότε, αφού είπαμε για τα παιδιά, πάμε λίγο στον Μιχάλη Κοιλάκο (σσ: τον σύντροφο της). Ο οποίος, το να δουλεύεις μαζί του είναι έρωτας;

Έρωτας έρωτας. Έρωτας, τελεία. Τελεία και παύλα (γέλια).

Μα είναι φανταστικός, ευγενικός, σε εμπιστεύεται και έχει τρομερή κατανόηση. Οτιδήποτε κι αν προκύψει στους ηθοποιούς, εκείνος το δέχεται, το λύνει και προχωράει.

Αν στην πρόβα αρρωστήσει κάποιος, δεν θα πανικοβληθεί, θα πει: “Κανένα πρόβλημα, θα κάνουμε χωρίς εσένα”.

Πολύ σημαντικό…

Δείχνει τρομερή εμπιστοσύνη, κάτι σπάνιο, γιατί συνήθως οι σκηνοθέτες προσπαθούν να ελέγξουν το αποτέλεσμα, ξεχνώντας ότι έχουν να κάνουν με ανθρώπινο υλικό.

Όσο περισσότερο σε εμπιστευτούν, τόσο καλύτερο αποτέλεσμα θα πάρουν από σένα. Ο Μιχάλης το έχει αυτό. Είναι πολύ δουλευταράς. Το βλέπω και στις δουλειές που δεν είμαι μαζί του, πόσο δουλεύει στο σπίτι, πόσο τον απασχολεί, πώς κουβεντιάζει όταν έχει αδιέξοδα, πόσο διαβάζει και ενημερώνεται.

Ο Μιχάλης είναι ηθοποιός, αλλά τα τελευταία χρόνια σκηνοθετεί, έχοντας μάλιστα μια μόνιμη συνεργασία με το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όπου τα τελευταία δέκα χρόνια σκηνοθετεί παραστάσεις στη Μουσική Βιβλιοθήκη.

Έχετε φτιάξει μαζί και μια θεατρική ομάδα, την 451°F…

Ναι, φτιάξαμε μια εταιρεία, την 451°F – από τον βαθμό αυτοανάφλεξης του χαρτιού.

Κάναμε μαζί τρία έργα του Γιάννη Κεντρωτά: τον “Τόρνο”, το “Γιοσίρου” και το “Pigalle”. Εγώ έπαιζα στον “Τόρνο” και στο “Pigalle”.

Τώρα ο Μιχάλης ετοιμάζει μια κωμωδία του Κεντρωτά που θα ανέβει τον Οκτώβριο. Δυστυχώς δεν θα παίζω, αλλά είμαστε η παραγωγή, οπότε είμαι πάρα πολύ χαρούμενη.

Οπότε και τα παιδιά σου τώρα είναι και στην εφηβεία…

Ο ένας είναι στην εφηβεία, ο άλλος είναι στην προεφηβεία.

Σε αυτό το σημείο της συζήτησης, με αφορμή το τραγικό γεγονός της Ηλιούπολης, ζήτησα από την Τάνια να μιλήσουμε για το λεπτό και συχνά αθέατο ζήτημα της εφηβείας. Η κουβέντα μας πήρε πλέον τη μορφή μιας προσωπικής κατάθεσης ψυχής.

Εμένα αυτό το θέμα με αφορά πάρα πολύ. Είναι κάτι που με αφορούσε και όταν περνούσα εγώ αυτή τη διαδικασία. Με αφορά ό,τι έχει να κάνει με το πόσο πιέζονται τα παιδιά να επιλέξουν κάτι το οποίο νομίζουν ότι θα καθορίσει το μέλλον τους.

Προσπαθώ να επικοινωνώ παντού και με κάθε τρόπο το: “δεν είσαι οι βαθμοί σου, δεν είσαι οι επιδόσεις σου, δεν επιλέγεις επάγγελμα”. Αυτό για μένα είναι πολύ σημαντικό.

Επιλέγεις ένα πεδίο σπουδών που μετά μπορεί και να αλλάξεις γνώμη, και μπορεί να μην σε οδηγήσει ποτέ σε επάγγελμα.

Όπως εγώ σπούδασα στη Θεατρικών Σπουδών και δεν εξάσκησα ποτέ το θεωρητικό κομμάτι. Ήταν κάτι που με πλαισίωσε θεωρητικά, ήθελα να το κάνω γιατί είχα πολύ μεγάλη κάψα να μπω στο πανεπιστήμιο, να συγχρωτιστώ με φοιτητές και με ακαδημαϊκούς, αλλά αυτό είχε να κάνει καθαρά με ένα δικό μου απωθημένο.

Δε ξέρεις ποτέ που θα σε οδηγήσει το οτιδήποτε, και δεν ξέρεις και πόσο θα σε ωφελήσει οποιαδήποτε “αποτυχία”.

Τη βάζω σε εισαγωγικά γιατί πραγματικά όλα τα χαστούκια που έχω φάει, όλα τα πράγματα που προσπάθησα αλλά δεν κατάφερα να κάνω, με οδήγησαν σε δρόμους που δεν το περίμενα. Δεν ήξερα.

Αφενός κατάλαβα ότι κάποια πράγματα μπορεί και να μην τα ήθελα πραγματικά.

Αφετέρου, είπα: “ωραία, τι κάνουμε τώρα που δεν πέτυχε αυτό που είχα σκοπό να κάνω;”, και πήγα κάπου που τελικά ήταν ακόμα καλύτερα.

Και δεν είναι ακριβώς ότι όλα για κάποιο λόγο γίνονται καρμικά. Είναι ότι αυτό που σου ταιριάζει θα το βρεις ψάχνοντας.

Εγώ δεν πιστεύω πολύ στην τύχη. Πιστεύω στο πως επεξεργαζόμαστε την τύχη. Πως στεκόμαστε απέναντι στην τύχη.

Θα σε βρει μια συμφορά. Πως στέκεσαι απέναντι σε αυτή τη συμφορά; Αυτό έχει να κάνει με όλη τη δουλειά που έχεις κάνει πριν. Και δεν είναι τυχαίο.

Σίγουρα, πολλά πράγματα δεν μπορούμε να τα ορίσουμε, και είναι εντελώς τυχαία. Το πως στέκομαι απέναντι σε αυτό που δε μπορώ να ορίσω, είναι ο χαρακτήρας μου.

Είναι αυτό που έχω δουλέψει με κόπο, και το έχω χτίσει μέρα μέρα, δάκρυ δάκρυ, ιδρώτα ιδρώτα, γέλιο γέλιο, σχέση σχέση.

Δεν πιστεύω ακριβώς στην τύχη.

Να σου πω κάτι; Εγώ, αν διάβαζα κάτι, δε θα με αφορούσε το τι έχει σπουδάσει κάποιος ή τι δουλειές έχει κάνει, αλλά η προσωπικότητα του και το πως στέκεται απέναντι στα πράγματα, γιατί αυτό είναι που θα με εμπνεύσει.

Είναι πολύ σημαντικό, και οφείλουμε να μιλάμε γι’ αυτό.

Με επηρέασε βαθιά από τότε που το έμαθα μέχρι και τώρα, και ακόμη νιώθω ότι είμαι σε πένθος – και δεν στο λέω με την υπερβολή του ηθοποιού, στο λέω γιατί έτσι το βιώνω.

Βιώνω επίσης η ίδια, ως εκπρόσωπος της γενιάς μου αλλά και ως γονιός, ότι είμαστε πολύ λάθος.

Νιώθω ότι η γενιά μου έχει αποτύχει σε πολύ βασικά πράγματα, ότι το έχουμε οδηγήσει όλοι σε λάθος κατεύθυνση και ότι οφείλουμε να παλέψουμε με μανία να επαναπροσδιορίσουμε τα πράγματα, για να μπορέσει να σωθεί ό,τι μπορεί να σωθεί από τους ανθρώπους που εμείς μεγαλώνουμε.

Λυπάμαι πολύ που υπάρχει έστω κι ένα παιδί με όλη αυτήν την πληροφορία που υπάρχει, και με όλη την πρόσβαση στη γνώση, στην αυτογνωσία, και με όλους αυτούς τους influencers και τους life coaches που υπάρχουνε αυτή τη στιγμή, που θεωρεί ότι αν δεν πάει καλά στις εξετάσεις, τελειώσαν όλα.

Όχι απλώς λυπάμαι, θλίβομαι βαθιά, κλαίει το είναι μου. Είμαστε λάθος.

Είμαστε λάθος αν έχουμε περάσει αυτό στα παιδιά μας. Είναι τραγικό.

Εγώ μεγάλωσα σε μια γενιά που μπορούσαμε και ονειρευόμασταν. Και δε θεωρώ ότι φταίει μόνο ότι δεν είχαμε κινητά και ήμασταν βουτηγμένοι μέσα στα βιβλία, τις ταινίες και τις τέχνες, ή ό,τι βγαίναμε έξω, μιλούσαμε, και κάναμε έρωτα.

Υπήρχε και πολύ καταπίεση μέσα σ’ αυτά, υπήρχε και βια, αλλά ήμασταν εκεί.

Ήμασταν μαζί και κάναμε όνειρα.

Πάντοτε υπήρχαν οι συντηρητικοί και οι πιο φιλελεύθεροι γονείς, αλλά αυτό που συμβαίνει τώρα, που είναι όλα γύρω από το χρήμα, είναι όλα λάθος. Πρέπει να γκρεμιστεί.

Όπως πρέπει να γκρεμιστεί η Αθήνα και να ξαναχτιστούν και να γίνουν προσβάσιμα τα πάντα. Γιατί αν δεν γκρεμιστούν, δεν υπάρχει δυνατότητα να γίνουν προσβάσιμα.

Μετά από μια τόσο βαθιά και φορτισμένη κουβέντα, ήρθε η ώρα να αλλάξουμε λίγο το κλίμα και να περάσουμε στα επόμενα σχέδια και στα όνειρά της για το μέλλον.

Αυτό που ονειρεύομαι αυτή τη στιγμή σε σχέση με τον κλάδο μας είναι να γίνουν όλα προσβάσιμα. Τώρα που αυτά τα πράγματα αρχίζουν και οριοθετούνται νομικά, ένα ποσοστό του περιεχομένου στις πλατφόρμες και στα κανάλια οφείλει να είναι προσβάσιμο, και η μεταγλώττιση αποτελεί βασικό κομμάτι αυτής της προσβασιμότητας.

Θέλω πάρα πολύ να δουλέψω προς αυτή την κατεύθυνση, τόσο ως μεταγλωττίστρια όσο και ως ενεργός πολίτης, για να δω πώς μπορεί να ανοίξει η αγορά μας. Να μην μεταγλωττίζονται μόνο τα παιδικά.

Η δουλειά έχει πέσει πάρα πολύ, πολλοί συνάδελφοι που ζούσαν από αυτό βρίσκονται σε δύσκολη κατάσταση και κάνουν άλλες δουλειές.

Αυτό το παράθυρο, λοιπόν, μπορεί να δώσει διέξοδο στον κλάδο μας, ενώ παράλληλα προσφέρει στους ανθρώπους το υλικό που δικαιούνται.

Είναι μια win – win κατάσταση. Δεν είναι ένα άμεσο σχέδιο, αλλά είναι κάτι που σκέφτομαι, συζητώ σιγά σιγά και ψάχνω τον τρόπο να γίνει πράξη. Και από τη στιγμή που το σκέφτομαι, ίσως μπορεί και να υλοποιηθεί.

***

Οπότε Τάνια, πόσο κρατάει το αύριο;

Μια αιωνιότητα και μια μέρα!

 

Επιμέλεια: Βασίλης Αλεξίου

ΣΕ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΝ

Φαίη Σκορδά: Καλοκαιρινή απόδραση στην Πάφο με τον Αλέξανδρο Αθανασιάδη και τα παιδιά

Μακριά από το άγχος της Αθήνας και τις επαγγελματικές υποχρεώσεις,

Ελένη Φουρέιρα – Αλμπέρτο Μποτία: Οικογενειακές στιγμές χαλάρωσης στις διακοπές

Μικρές ανάσες ξεκούρασης παίρνει αυτές τις ημέρες η Ελένη Φουρέιρα,

Η Σελίνα Γκόμεζ συμμετέχει στο μουσικό βίντεο τραγουδιού του συζύγου της, Μπένι Μπλάνκο

Η Αμερικανίδα ποπ σταρ με καταγωγή από το Μεξικό, Σελίνα Γκόμεζ

Μπράντον Φλάουερς: Ο αρχηγός των The Killers αποκάλυψε ότι σκέφτεται να εγκαταλείψει τη μουσική

Ο αρχηγός του συγκροτήματος The Killers, Μπράντον Φλάουερς, ο οποίος

Συγκλονίζει το βίντεο από το σπίτι της οικογένειας του Τάσου Χαλκιά στο Πόρτο Γερμενό που έγινε στάχτη από τις φωτιές

Ο γωστός ηθοποιός Τάσος Χαλκιάς ανεβαίνει έναν δύσκολο Γολγοθά καθώς