Από τους σημαντικούς Ιταλούς σκηνοθέτες, ο Ετόρε Σκόλα υπήρξε ένας από τους πλέον αγαπημένους δημιουργούς για τους σινεφίλ και ειδικά για αυτούς που αγάπησαν το μεγάλο, αλλοτινών εποχών, ιταλικό σινεμά. Μία κινηματογραφία, που μετά τον πόλεμο, άκμασε, δημιούργησε σχολή, έφερε τον περίφημο ιταλικό νεορεαλισμό και μας χάρισε ανυπέρβλητες στιγμές συγκίνησης, χαράς, σκέψης, προβληματισμού, γέλιου και πανέμορφων εικόνων.
Μαθητής του μεγάλου δάσκαλου Βιτόριο ντε Σίκα, ο Ετόρε Σκόλα θα διακριθεί για την κοφτερή ματιά του, τις ανυποχώρητες ιδέες του, όντας πολιτικοποιημένος, όπως και σχεδόν όλοι οι μεγάλοι μεταπολεμικοί συνάδελφοί του, το κριτικό του βλέμμα – ακόμη και έναντι της αριστεράς, στην οποία ήταν ενταγμένος – καθώς και για τη σκηνοθετική του δεινότητα, που τιμήθηκε πάμπολλες φορές, με βραβεία στις Κάννες, στη Βενετία, στο Βερολίνο και σε όλο τον κόσμο.
Μέλος μίας υπέροχης και ανεπανάληπτης, όπως όλα δείχνουν, γενιάς δημιουργών, ο Σκόλα θα έχει και την τύχη να συνεργαστεί με ιερά τέρατα της υποκριτικής: Βιτόριο Γκάσμαν, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Σοφία Λόρεν, Ούγκο Τονιάτσι, Αλμπέρτο Σόρντι, Νίνο Μανφρέντι, Μόνικα Βίτι, Ζαν Λουί Τρεντινιάν, Τζακ Λέμον…
Συμπληρώνοντας δέκα χρόνια από τον θάνατό του (19 Ιανουαρίου του 2016), είναι ευκαιρία να θυμηθούμε γιατί ο Σκόλα εντάχθηκε ανάμεσα στους κορυφαίους Ιταλούς και Ευρωπαίους σκηνοθέτες, τα μυστικά της επιτυχίας του, καθώς και τις κορυφαίες στιγμές του στη μεγάλη οθόνη, που θα μας συντροφεύουν για πάντα.
Γελοιογραφίες και σκετς
Ο Ετόρε Εούπλιο Εμίντιο Σκόλα, γεννήθηκε στο Αβελίνο στις 10 Μαΐου του 1931 και λίγα χρόνια μετά θα μετακομίσει μαζί με την οικογένειά του στη Ρώμη, όπου θα τελειώσει και το σχολείο. Σε ηλικία 15 χρόνων θα αρχίσει να σχεδιάζει γελοιογραφίες, τις οποίες δημοσίευε στα χιουμοριστικά περιοδικά Marc’Aurelio και Il Travaso delle Idee. Αποφοιτώντας από τη Νομική Σχολή του πανεπιστημίου της Ρώμης, θα αρχίσει να γράφει σενάρια για ιταλικές κωμωδίες, ενώ συνέγραψε και αρκετά σκετς που ερμήνευε ο Αλμπέρτο Σόρντι στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση της RAI.
Ντεμπούτο
Το ντεμπούτο του στη σκηνοθεσία θα το κάνει το 1964, με το σπονδυλωτό φιλμ «Αν μου Επιτρέπεται να Μιλήσουμε για Γυναίκες», με πρωταγωνιστή τον Βιτόριο Γκάσμαν, ενώ έπειτα από τέσσερα χρόνια θα γυρίσει την κωμωδία με τον μακρόσυρτο τίτλο «Θα Καταφέρουν οι Ήρωές μας να Βρουν τον Φίλο τους που Εξαφανίστηκε Μυστηριωδώς στην Αφρική», με τους Αλμπέρτο Σόρντι και Νίνο Μανφρέντι, μία ταινία που γνώρισε μεγάλη επιτυχία.
Από τα Τέρατα στο Δράμα Ζηλοτυπίας
Αφού γυρίσει ακόμη ορισμένες καλές ταινίες και θα συμμετάσχει και στη φημισμένη κωμική σάτιρα «Τα Τέρατα», σκηνοθετώντας ένα από τα σκετς της ταινίας, το 1969 θα παρουσιάσει την έξοχη αστυνομική κωμωδία «Αντόνιο Πέπε, Επιθεωρητής Τμήματος», με τον Ούγκο Τονιάτσι. Μία πικρή ηθογραφία της αστικής διαφθοράς, επικεντρώνοντας το ενδιαφέρον της στα σεξουαλικά αμαρτήματα των μεγαλοαστών μίας πόλης, που εμπλέκεται και η φιλενάδα του. Την ίδια χρονιά θα γυρίσει και το ξεκαρδιστικό «Δράμα Ζηλοτυπίας», με την Μόνικα Βίτι και τον Τζιανκάρλο Τζανίνι και θα δώσει την ευκαιρία στον πρωταγωνιστή Μαρτσέλο Μαστρογιάνι να κερδίσει το βραβείο ερμηνείας στο Φεστιβάλ Καννών.
Η χρυσή δεκαετία
Έχοντας πλέον πάρει φόρα, ο Σκόλα θα μπει στη χρυσή δεκαετία της καριέρας του, το ‘70, όπου θα γυρίσει και τα τρία του αριστουργήματα, ταινίες που θα τον καταστήσουν ως έναν από τους σημαντικότερους δημιουργούς της γενιάς του. Η αρχή θα γίνει το 1974, με το υπέροχο πολιτικό δράμα «Είχαμε αγαπηθεί τόσο», με το οποίο ο Σκόλα, παρακολουθώντας τη ζωή τριών παρτιζάνων και τον έρωτά τους για μία γυναίκα, θα ανατρέξει τριάντα χρόνια, μετά τον πόλεμο και πώς οι επαναστάτες νέοι θα φτάσουν να συμβιβαστούν, ενώ ενσωματώνει δεξιοτεχνικά και την ιστορία της ανόδου και της πτώσης του ιταλικού σινεμά, με τις εμφανίσεις των Ντε Σίκα – στον οποίο αφιέρωσε το φιλμ, καθώς ο πατέρας του νεορεαλισμού πέθανε πριν από την προβολή της ταινίας – και Φελίνι.
Βίαιοι, Βρώμικοι και Κακοί
Το 1976 θα παρουσιάσει στο φεστιβάλ των Καννών και θα κερδίσει πανάξια το βραβείο σκηνοθεσίας, με το ανεπανάληπτο φιλμ «Βίαιοι, Βρώμικοι και Κακοί», με έναν ασυγκράτητο Νίνο Μανφρέντι, να υποδύεται έναν αξιοθρήνητο και χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό, έναν «πατέρα φαμίλια», που ζει μέσα στην αθλιότητα, σε μια παραγκούπολη, στις παρυφές της Ρώμης και η απαράδεκτη συμπεριφορά του, οδηγεί την πολυμελή οικογένειά του, στην απόφαση να τον βγάλουν από τη μέση, πιστεύοντας ότι κρύβει ένα μικρό θησαυρό. Η «κωμωδία αλά ιταλικά» συναντά τον νεορεαλισμό, για να τον υπονομεύσει, ενώ το εμπνευσμένο σενάριο, που παίζει με το γκροτέσκο και την τραγωδία, είναι απαισιόδοξο και κρέμεται πάνω στην ντελιριακή όσο και δραματική ερμηνεία του Μανφρέντι. Η ταινία, που γυρίστηκε εξολοκλήρου στη Ρώμη, αναδεικνύει μοναδικά όλη την ανθρώπινη ανηθικότητα, βγαλμένη από τη λαϊκή παράδοση και την πολιτικοποιημένη ματιά του Σκόλα.
Μια Ξεχωριστή Μέρα
Στην πιο δημιουργική του φάση, ο Σκόλα θα παρουσιάσει αμέσως μετά, το 1977, την πιο φημισμένη ταινία του, «Μια Ξεχωριστή Μέρα», ένα χαμηλόφωνο συγκλονιστικό δράμα, έχοντας ως πρωταγωνιστικό ζευγάρι, τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και την Σοφία Λόρεν, να παραδίδουν μαθήματα υποκριτικής. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια εργατική πολυκατοικία της Ρώμης κατά τη διάρκεια της επίσκεψης του Χίτλερ το 1938 και εστιάζει σε μία απρόσμενη φιλία μεταξύ μίας συντηρητικής νοικοκυράς και ενός κομμουνιστή και ομοφυλόφιλου δημοσιογράφου, που βρίσκεται σε δυσμένεια και φοβάται ότι μπορεί να συλληφθεί από το φασιστικό καθεστώς. Ο Σκόλα, έχοντας ως διευθυντή φωτογραφίας τον Πασκουαλίνο Ντε Σάντις, θα υιοθετήσει ένα ριζοσπαστικό οπτικό στυλ, προκειμένου να αναδείξει την καταπιεστική ατμόσφαιρα της εποχής, με τα χρώματα να έχουν υποχωρήσει στους γκρίζους τόνους, συμβολίζοντας την κατάμαυρη εποχή και αναδεικνύοντας τις αναμνήσεις του σκηνοθέτη. Υπέροχος ο Μαστρογιάνι, αλλά η Λόρεν είναι πραγματικά το κάτι άλλο, δείχνοντας ότι μπορεί ακόμη και ως μία παραμελημένη νοικοκυρά, καταπιεσμένη από τον φασίστα σύζυγο, να ξελογιάσει τον ομοφυλόφιλο γείτονα και βεβαίως όλους μας. Η ταινία θα κερδίσει τη Χρυσή Σφαίρα Καλύτερης Ταινίας και ήταν υποψήφια για δυο Όσκαρ.
Κλείνοντας τον κύκλο
Αν και ο Σκόλα θα συνεχίσει να γυρίζει αξιόλογες ταινίες μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 2000 (ανάμεσά τους τα ωραιότατα «Μακαρόνια», με Τζακ Λέμον και Μαστρογιάνι, «Το Δείπνο», με Γκάσμαν) και ένα εξόχως ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ για τον Φελίνι το 2013, το 1980 ουσιαστικά κλείνει τον κύκλο των σπουδαίων του ταινιών, με την πικρή κωμωδία «Ταράτσα». Ένα οξυδερκές φιλμ, αρκετά απαισιόδοξο και προφητικό για όσα θα έρθουν στο μέλλον, που ασκεί κριτική στην αστική τάξη, την υποκρισία της, αλλά και σε αριστερούς αξιωματούχους και διανοούμενους, που έχουν απομακρυνθεί από την κοινωνία και τις ανάγκες της, ζώντας το μεγαλείο του μικρόκοσμού τους. Ρεσιτάλ ερμηνείας από τους Βιτόριο Γκάσμαν, Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, Ούγκο Τονιάτσι, Ζαν Λουί Τρεντινιάν, Στεφανία Σαντρέλι και Κάρλα Γκραβίνα, η οποία κέρδισε και το βραβείο ερμηνείας στις Κάννες, όπως βεβαίως και το διαπεραστικό σενάριο του Σκόλα.
Ο Ετόρε Σκόλα, που είχε παντρευτεί τη σεναριογράφο και σκηνοθέτιδα Τζιλιόλα Φαντόνι και είχε αποκτήσει μαζί της δυο κόρες, θα πεθάνει, μία ξεχωριστή μέρα, το 2016, αφήνοντας πίσω του ένα αξιαγάπητο και πολύτιμο έργο, αλλά και μνήμες μίας εποχής που χαιρόσουν να πας σινεμά και μετά να έχεις θέμα να συζητήσεις, να διαφωνήσεις και βεβαίως, να γελάσεις με το πικρό χιούμορ και ξεχωριστό πνεύμα του.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ


