Η κοινή στρατιωτική επιχείρηση ΗΠΑ και Ισραήλ κατά του Ιράν το Σάββατο 28 Φεβρουαρίου, θέτει σε κατάσταση υψηλού κινδύνου την παγκόσμια οικονομία. Πρόκειται για τη δεύτερη φορά εντός του έτους που η κυβέρνηση Τραμπ πλήττει μια σημαντική πετρελαιοπαραγωγό χώρα, με τις συνέπειες αυτή τη φορά να προμηνύονται εξαιρετικά σοβαρές για τις διεθνείς αγορές.
Η κατάσταση επιδεινώθηκε δραματικά μετά την επιβεβαίωση από αξιωματούχο της ευρωπαϊκής αποστολής ASPIDES, ότι πλοία στην περιοχή λαμβάνουν εκπομπές VHF από τους Φρουρούς της Επανάστασης. Το μήνυμα είναι σαφές: «Κανένα πλοίο δεν επιτρέπεται να διέλθει από τα Στενά του Ορμούζ».
Σημειώνεται ότι από το συγκεκριμένο σημείο διέρχεται το 20% της παγκόσμιας ροής πετρελαίου και φυσικού αερίου, γεγονός που καθιστά το κλείσιμό του κίνηση με τεράστιο οικονομικό αντίκτυπο.
Παρόλο που οι αγορές ήταν κλειστές το Σάββατο, οι τιμές είχαν ήδη ανοδική τάση αγγίζοντας τα 67 δολάρια το βαρέλι.
Αναλυτές της Barclays προειδοποιούν ότι το Brent θα μπορούσε να εκτιναχθεί άμεσα στα 80 δολάρια. Μια παρατεταμένη σύγκρουση απειλεί τον εφοδιασμό από τη Σαουδική Αραβία, ενώ πλήττει άμεσα την Κίνα, η οποία απορροφά το 90% των εξαγωγών του Ιράν. Στις ΗΠΑ, οι Δημοκρατικοί ασκούν δριμεία κριτική στον Πρόεδρο Τραμπ, προειδοποιώντας ότι η αύξηση του κόστους ζωής και των καυσίμων θα κυριαρχήσει στην ατζέντα των ενδιάμεσων εκλογών του 2026.
Σύμφωνα με το Politico, ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι οι υποδομές του Ιράν παραμένουν δομικά υγιείς. Σε ένα σενάριο αλλαγής καθεστώτος, η χώρα θα μπορούσε να προσθέσει γρήγορα έως και 1 εκατομμύριο βαρέλια ημερησίως στην αγορά.
Ωστόσο, προς το παρόν κυριαρχεί η αβεβαιότητα. Η παγκόσμια αγορά βασίζεται στα αποθέματα για να απορροφήσει το πρώτο σοκ, αλλά το πλήρες κλείσιμο του Ορμούζ παραμένει ένας παράγοντας που μπορεί να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες τιμές ενέργειας παγκοσμίως.
Επιμέλεια: Συντακτική ομάδα



